Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν», εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ ἔφερε τὸ Εὐαγγέλιο στὴν Εὐρώπη — καὶ τὸ κήρυξε στὴν Ἀθήνα, λιγότερο ἀπὸ πέντε χιλιόμετρα ἀπὸ τὸν Ναό μας.
Ἀπὸ τὴν Ταρσὸ στὸν δρόμο τῆς Δαμασκοῦ
Γεννήθηκε στὴν Ταρσὸ τῆς Κιλικίας, Ἰουδαῖος καὶ Ῥωμαῖος πολίτης, καὶ ὀνομαζόταν Σαῦλος. Μαθήτευσε στὴν Ἱερουσαλὴμ κοντὰ στὸν Γαμαλιήλ καὶ ἔγινε αὐστηρὸς Φαρισαῖος (Πράξ. 22, 3). Ἐργαζόταν μὲ τὰ χέρια του ὡς σκηνοποιός (Πράξ. 18, 3). Στὴν ἀρχὴ καταδίωξε τὴν Ἐκκλησία· ἦταν παρὼν στὸν λιθοβολισμὸ τοῦ Πρωτομάρτυρος Στεφάνου (Πράξ. 7, 58).
Στὸν δρόμο πρὸς τὴ Δαμασκό, ὅπου πήγαινε γιὰ νὰ συλλάβει χριστιανούς, τὸν περιέλουσε φῶς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ἄκουσε φωνή: «Σαοὺλ Σαούλ, τί με διώκεις;» (Πράξ. 9, 4). Ἀπὸ ἐκείνη τὴ στιγμὴ ὁ διώκτης ἔγινε Ἀπόστολος.
Οἱ περιοδεῖες
Μὲ τρεῖς μεγάλες ἱεραποστολικὲς περιοδεῖες διέσχισε τὴν Κύπρο, τὴ Μικρὰ Ἀσία, τὴ Μακεδονία καὶ τὴν Ἀχαΐα. Ἵδρυσε Ἐκκλησίες στοὺς Φιλίππους, στὴ Θεσσαλονίκη, στὴ Βέροια, στὴν Κόρινθο καὶ στὴν Ἔφεσο, καὶ τοὺς ἔγραψε τὶς Ἐπιστολές του — δεκατέσσερις ἀπὸ τὰ βιβλία τῆς Καινῆς Διαθήκης φέρουν τὸ ὄνομά του.
Στὸν Ἄρειο Πάγο
Στὴν Ἀθήνα συζητοῦσε κάθε μέρα στὴν ἀγορὰ μὲ ὅσους συναντοῦσε, ἀνάμεσά τους Ἐπικούρειους καὶ Στωικοὺς φιλοσόφους. Ἐκεῖνοι τὸν ὁδήγησαν στὸν Ἄρειο Πάγο γιὰ νὰ ἀκούσουν τὴ «νέα διδαχή» του (Πράξ. 17, 16–21). Ἐκεῖ, στὸν βράχο κάτω ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολη, εἶπε:
«Ἄνδρες Ἀθηναῖοι, κατὰ πάντα ὡς δεισιδαιμονεστέρους ὑμᾶς θεωρῶ· διερχόμενος γὰρ καὶ ἀναθεωρῶν τὰ σεβάσματα ὑμῶν εὗρον καὶ βωμὸν ἐν ᾧ ἐπεγέγραπτο, Ἀγνώστῳ Θεῷ. Ὃν οὖν ἀγνοοῦντες εὐσεβεῖτε, τοῦτον ἐγὼ καταγγέλλω ὑμῖν.»
— Πράξ. 17, 22–23
Ἄλλοι τὸν χλεύασαν καὶ ἄλλοι εἶπαν «θὰ σὲ ἀκούσουμε πάλι». Μερικοὶ ὅμως πίστεψαν, ἀνάμεσά τους ὁ Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης καὶ μιὰ γυναίκα ὀνόματι Δάμαρις (Πράξ. 17, 32–34).
Ὁ ὕμνος τῆς ἀγάπης
«Ἡ ἀγάπη μακροθυμεῖ, χρηστεύεται, ἡ ἀγάπη οὐ ζηλοῖ, ἡ ἀγάπη οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦται, οὐκ ἀσχημονεῖ, οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς, οὐ παροξύνεται, οὐ λογίζεται τὸ κακόν… ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει.»
— Α΄ Κορ. 13, 4–8
Τὸ μαρτύριο καὶ ἡ ἑορτή
Συνελήφθη στὴν Ἱερουσαλήμ, ζήτησε ὡς Ῥωμαῖος πολίτης νὰ δικαστεῖ ἀπὸ τὸν Καίσαρα καί, μετὰ ἀπὸ ναυάγιο στὴ Μελίτη, ἔφτασε δέσμιος στὴ Ῥώμη (Πράξ. 27–28). Ἐκεῖ, κατὰ τὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, μαρτύρησε μὲ ἀποκεφαλισμὸ στὰ χρόνια τοῦ Νέρωνος. «Τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισμαι, τὸν δρόμον τετέλεκα, τὴν πίστιν τετήρηκα» (Β΄ Τιμ. 4, 7).
Ἡ Ἐκκλησία τὸν τιμᾷ μαζὶ μὲ τὸν Ἀπόστολο Πέτρο στὶς 29 Ἰουνίου, ἡμέρα ποὺ πανηγυρίζει ὁ Ναός μας.
Ἀπολυτίκιον τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Παύλου
Οἱ τῶν Ἀποστόλων πρωτόθρονοι καὶ τῆς οἰκουμένης διδάσκαλοι, τῷ Δεσπότῃ τῶν ὅλων πρεσβεύσατε, εἰρήνην τῇ οἰκουμένῃ δωρήσασθαι καὶ ταῖς ψυχαῖς ἡμῶν τὸ μέγα ἔλεος.